Ένας μικρός σπόρος φοβόταν να αφήσει το ασφαλές σακουλάκι όπου βρισκόταν.
Άκουγε τους άλλους σπόρους να μιλούν για το σκοτάδι του χώματος και φοβόταν.
«Κι αν χαθώ εκεί κάτω;» αναρωτιόταν.
Μια μέρα, όμως, ένα χέρι τον πήρε και τον έβαλε στη γη.
Στην αρχή όλα έγιναν σκοτεινά.
Ο σπόρος νόμιζε πως όλα είχαν τελειώσει.
Δεν ήξερε ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή άρχιζε η ζωή του.
Έπεσε πάνω του βροχή.
Πέρασε καιρός.
Δεν έβλεπε τίποτα.
Κι όμως, μέσα στη σιωπή, κάτι συνέβαινε.
Μια μικρή ρίζα άρχισε να κατεβαίνει.
Και ένας τρυφερός βλαστός άρχισε να ανεβαίνει.
Όταν τελικά ξεπρόβαλε από το χώμα, ο σπόρος κατάλαβε:
Αυτό που νόμιζα πως ήταν το τέλος, ήταν η αρχή.



Δημοσίευση σχολίου