Στην άκρη ενός παλιού δρόμου υπήρχε ένα μικρό πέτρινο πηγάδι.
Δεν ήταν όμορφο.
Ο χρόνος είχε αφήσει πάνω στις πέτρες του σημάδια,
τα χόρτα είχαν μεγαλώσει γύρω του
και κανείς σχεδόν δεν το πρόσεχε πια.
Κι όμως, κάθε φορά που κάποιος διψούσε,
το πηγάδι ήταν εκεί.
Έδινε νερό χωρίς να ρωτά ποιος ήρθε.
Στον κουρασμένο ταξιδιώτη.
Στον περαστικό.
Στο παιδί που έτρεχε να ξεδιψάσει.
Ακόμη και σ' εκείνον που έφευγε χωρίς να γυρίσει να πει ένα «ευχαριστώ».
Το πηγάδι δεν παραπονέθηκε ποτέ.
Δεν είπε:
«Κανείς δεν με θυμάται.»
«Κανείς δεν βλέπει πόσο δίνω.»
«Γιατί να συνεχίσω;»
Απλώς συνέχιζε να δίνει.
Γιατί βαθιά μέσα του υπήρχε μια πηγή.
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο όμορφα μυστικά της ψυχής:
Δεν χρειάζεται κάθε καλό που κάνουμε να το δουν οι άνθρωποι.
Μπορεί να στάθηκες δίπλα σε κάποιον όταν κανείς άλλος δεν το έκανε.
Μπορεί να προσευχήθηκες κρυφά για έναν άνθρωπο που δεν το έμαθε ποτέ.
Μπορεί να έδωσες αγάπη, χρόνο, συγχώρεση ή μια λέξη παρηγοριάς και ύστερα όλα να χάθηκαν μέσα στη σιωπή.
Μην νομίσεις πως χάθηκαν.
Υπάρχουν πράγματα που δεν τα κρατά η μνήμη των ανθρώπων,
τα κρατά όμως η καρδιά του Θεού.
Και ίσως η μεγαλύτερη ανταμοιβή να μην είναι να ακούσεις κάποτε πόσο καλό έκανες,
αλλά να ξέρεις πως, μέσα από σένα, κάποιος άλλος πήρε λίγο νερό για να συνεχίσει τον δρόμο του.
Γι' αυτό, αν σήμερα νιώθεις πως δίνεις και κανείς δεν βλέπει,
μη σταματήσεις να είσαι πηγή.
Ο Θεός βλέπει.
Και Εκείνος γνωρίζει κάθε σταγόνα αγάπης που έπεσε αθόρυβα στον δρόμο κάποιου άλλου.



Δημοσίευση σχολίου